δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1102] | δεινοσαυρίλα, η [1097] |
δεν παίζει μία [1098] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1102] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1108] | δεν τρέχει τσάι [1105] |
δεν ’ν’ κακό [1098] | δημόμπατσος, ο [1104] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1107] | διαστημόβλαχος, ο [1099] |
δίκας, ο [1100] | διπλοπρόφιλο, το [1099] |