ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1101] τα κάνω πουτάνα [1105]
τα κάνω τούμπανο [1104] τα κάνω τσουρέκια [1101]
τα σκεύη μου [1101] ταλιροφονιάς, ο [1101]
ταμελέ [1099] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1102]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1101] ταπαίρνογλου, ο [1100]
ταπηροκρανίαση, η [1100] τελικιάζω [1107]
τελίκιασμα, το [1101] τζαμάουα [1106]
τζαμάρω [1100] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1101]
τζίζας [1105] τηγκανά [1105]
την άκουσα (στέρεο) [1102] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1101]
την πούλεψα [1103] τι να κλάσει; [1106]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1103] τι στον πέο/πούτσο; [1101]
τιλτάρω [1103] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1105]
τον ήπια [1123] τον/την/το ακουμπάω [1099]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1102] του μουνιού το πανηγύρι... [1100]
τουμπανέιρο [1102] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1098]
τούμπανο [1112] τουμπεκιάζω [1102]
τουμπεκιστάν [1104] τρανσιά, η [1102]
τραπεζάτο, το [1102] τρασίλα, η [1102]
τρελά γκάζια [1109] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1099]
τρέλειος, -α, -ο [1100] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1101]
τρεντάκιας, ο [1103] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1102]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1101] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1103]
τρολάρω/τρολιάζω [1103] τρομπαδούρος, ο [1106]
τροχόμπατσος, ο [1102] τρώω άκυρο [1100]
τρώω γείωση [1102] τρώω μπαν/ban [1101]
τρώω ντιλίτ/delete [1100] τρώω σαβούρα [1110]
τρώω φρίκη [1103] τρώω χι [1109]
τσάγια [1103] τσάπι(ν)γκ, το [1106]
τσαπού, η [1111] τσιλάρω [1103]
τσίου [1100] τσουλέ [1104]
τυροβρομίκουλας, ο [1100]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.217.172