χαρντκοράς, ο / χαρντκόρι, το... [1160] | χάφτας, ο [1130] |
χειρωνακτική εργασία [1154] | χεντμπάνγκιν(γκ), το [1152] |
χεσίδι, το [1136] | χιτλεριάζω/χιτλεριάζομαι... [1136] |
χιώνω [1134] | χλέμπουρας, ο [1145] |
χοντρολίπαρος, ο [1136] | χοροπηδάδικο, το [1131] |
χουντάλας, ο [1137] | χτιστός, -ή, -ό [1130] |
χύμας, ο [1134] |