ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ
|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|
|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|
| λήμμα:> | τον ήπια |
| μέρος του λόγου:> | Φράση |
| κλιτό/άκλιτο: | Κλιτό |
| ετυμολογία: | - |
| σημασία: | Λέγεται όταν παθαίνει κανείς μεγάλη ζημιά. |
| θεματική κατηγορία: | - |
| συνώνυμα: | την πούλεψα |
| αντίθετα: | - |
| παραδείγματα χρήσης: | Η εταιρία μάς είχε στείλει μια επιστολή που έλεγε ότι και καλά θα κάνει τα πάντα για να μη μειωθεί ο μισθός και τώρα τον ήπιαμε. |
| προέλευση: |
fugazigr.com |
| γλωσσολογικός χαρακτηρισμός: | - |
| γράφτηκε στη βάση: | 08-05-2014 12:03:03 PM |
| συγγραφέας: | Σωτηροπούλου Όλγα |
Σχόλια από αναγνώστες
Μπορείτε να γράψετε εδώ το σχόλιό σας (με έκταση έως 300 χαρακτήρες)
| |
 |
Copyright © 2014-2026 |
 |
| |
Σύνδεση με IP: 216.73.216.66