δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1103] | δεινοσαυρίλα, η [1098] |
δεν παίζει μία [1099] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1104] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1109] | δεν τρέχει τσάι [1106] |
δεν ’ν’ κακό [1099] | δημόμπατσος, ο [1105] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1108] | διαστημόβλαχος, ο [1101] |
δίκας, ο [1101] | διπλοπρόφιλο, το [1100] |