δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1141] | δεινοσαυρίλα, η [1136] |
δεν παίζει μία [1138] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1158] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1165] | δεν τρέχει τσάι [1162] |
δεν ’ν’ κακό [1130] | δημόμπατσος, ο [1158] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1159] | διαστημόβλαχος, ο [1141] |
δίκας, ο [1143] | διπλοπρόφιλο, το [1136] |