βαβουροπατάτας, ο [1134] | βαράω ενέσεις [1136] |
βαράω κόφτες [1153] | βαράω μια/καμιά παχιά [1146] |
βαράω τιλτ/tilt [1162] | βαράω τσίτες [1160] |
βλακαμάς, ο [1143] | βλακόβλακας, ο [1145] |
βρόντακας, ο [1142] | βυζοθήκη, η [1140] |
βυζόμπαλο, το [1152] | βυζοχαράδρα, η [1130] |