| lemma:> | σπάμερ/σπαμεράς, ο |
| part of speech:> | Noun |
| inflective/noninflective: | Noninflective |
| etymology: | Απόδοση της αγγλικής λέξης spammer (στη δεύτερη εκδοχή με προσθήκη της κατάληξης -άς). |
| meaning: | α) Ο αποστολέας μαζικών μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, μέσω των οποίων προωθεί προϊόντα ή ιδέες. Τα μηνύματά του (σπαμ) είναι συνήθως ενοχλητικά και ανεπιθύμητα. β) Μέλος φόρουμ ή ιστοτόπου κοινωνικής δικτύωσης που αναρτά μηνύματα άσχετα με το θέμα συζήτησης, τα οποία διασπούν τη συνοχή της συζήτησης και εκνευρίζουν τους διαδικτυακούς συνομιλητές. |
| thematic category: | - |
| synonyms: | - |
| opposites: | - |
| examples of use: | α) Θαυμάζω τα αντανακλαστικά των σπάμερ. Πέρυσι μου έστελναν e-mails σύμφωνα με τα οποία μόλις είχα κερδίσει στη λοταρία 5 εκατ. δολάρια. Φέτος, όμως, που το ευρώ βυθίζεται και στην Ελλάδα τα ωροσκόπια προσπαθούν να διαβάσουν τις διαθέσεις του ΔΝΤ, άρχισαν να φτάνουν τα νέα σεμνά e-mails, στα οποία κάποια κα Juliette Barnes δεν μου προσφέρει λεφτά, κληρονομιές, ακίνητα σε μακρινές πρωτεύουσες, παρά μόνο δουλειά - και μάλιστα part-time. β) Θα καταλήξω και εγώ σπάμερ, να γράφω την κάθε μαλακία που μου κατεβαίνει στον εγκέφαλο εκείνη την ώρα και να κοροϊδεύω, όπως όλοι στο site. |
| source: | |
| linguistic classification: | - |
| registered in dbase: | 30-04-2014 22:35:55 PM |
| author: | Σαλούστρου Βασιλική |