ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

λήμμα:  ρίχνω χι
μέρος του λόγου:  Φράση
κλιτό/άκλιτο:  Κλιτό
ετυμολογία:  -
σημασία:  

Απορρίπτω κάτι ή κάποιον.

θεματική κατηγορία:  -
συνώνυμα:  ρίχνω άκυρο, χιώνω
αντίθετα:  -
παραδείγματα χρήσης:  Εκεί που καθόμασταν και μιλούσαμε, μας την έπεφτε κανονικά και ήθελε να γίνει κάτι παραπάνω, εγώ εκεί ξενέρωσα, οπότε της έριξα χι κι έτσι αυτή άρχισε να την πέφτει στο φίλο μου.
προέλευση:  exomologiseis.gr
γλωσσολογικός χαρακτηρισμός:  -
γράφτηκε στη βάση:  07-05-2014 19:35:27 PM
συγγραφέας:  Πακτσεβάνογλου Παρασκευή-Ιωάννα

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ρ - Ρ

 

 

 

Σχόλια από αναγνώστες

 

 
 
Μπορείτε να γράψετε εδώ το σχόλιό σας (με έκταση έως 300 χαρακτήρες)
Όνομα         e-mail (δεν θα φαίνεται) ##

 
Copyright © 2014-2024
 

 

Σύνδεση με IP: 3.238.116.201