ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 92 εγγραφές - λήμματα από: κ  -  Κ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

καβουροτσέπης, ο [2015] κάγκουρας, ο / καγκούρι, το... [1051]
καγκουρεμένος, -η, -ο [785] καγκουρεύω [793]
καγκουρίστικος, -η, -ο [785] καθυστέρα, η [829]
καθυστέρας, ο [834] και καλούα [769]
και μπορέλι [817] και του χρόνου με ηχεία... [768]
καίγομαι (με κάτι) [926] καΐδι, το [851]
καΐλας, ο [827] καίω κάρβουνο [827]
καληνύστα [805] καληνυχτάκιας, ο [947]
καλτ φάση [803] καμένος, -η, -ο [852]
καμπανέλια, τα [799] κάνει νύστα [738]
κανιβαλισμένος, -η, -ο [745] κάνω αντ/add [1001]
κάνω αξέπτ/accept [789] κάνω γιογιό (κάποιον) [808]
κάνω κοκοκό [792] κάνω λάικ/like [766]
κάνω ντιλίτ/delete [1050] κάνω πατ πατ [787]
κάνω ριπόρτ/report [712] καραλόλ/καραlol/καραLOL [822]
καρεκλάς, ο [789] καριολόπουστας, ο, καριολοπουτάνα, η... [825]
κασέρι, το [822] κατεβάζω παροχή [768]
κατεστραμμένος, -η, -ο [776] κατούρα και λίγο [1039]
κατσαβιδάκιας, ο [926] καυλάκι, το [2064]
καυλαντίζω [6570] καυλερός, -ή, -ό [874]
καυλόγκαζος, ο [789] καυλοτίμονος, ο [782]
καυλώστρα, η [986] καυλωτίκ [893]
καφρομεταλάς, ο [771] καψιμί, το [821]
κινεζιά, η [773] κινητούμπα, η [768]
κιουρία, η [773] κίτρινη φυλή/φάρα, η [746]
κλαμπάνια, τα [874] κλαμπάτος, -η, -ο [794]
κλανίλα, η [827] κλάνω μέντες [764]
κλαρινογαμπρός, ο [980] κλαρινογκόμενα/κλαρινονύφη, η... [863]
κλασικά εικονογραφημένα... [764] κλαψ, λυγμ, σνιφ [943]
κλαψομούνης, ο / κλαψομούνι, το... [912] κλαψομουνιάζω [826]
κλοπιράιτ, το [771] κόβω τούφες [2887]
κογκράτς [800] κοκάκιας, ο [767]
κοκόβια, τα [790] κολλάει το σύμπαν [704]
κομοδινί [1033] κομπλεδούρα/κομπλεντάν... [794]
κομπλέξας, ο, κομπλέξω, η... [819] κονέδια, τα [733]
κοντοπούτανο, το / κοντοπούτανος, ο... [1984] κοντράδικος, -η, -ο [767]
κοντράκιας, ο [735] κοπριτιλίκι, το [743]
κορμάδι, το [743] κουβανός/Κουβανός, ο [898]
κουκουρούκου (μανταλάκια)... [878] κουλάτος, -η, -ο [789]
κουοτάρω [1217] κόψε την πρωινή [854]
κοψοφλεβιά [806] κράνος, το [736]
κρεβατάμπλ [762] κρεμα(ν)τζόλια, τα [780]
κυριλογκόμενα, η [767] κωλολέει [807]
κωλοσχισμή, η [723] κωλοτέλειος, -α, -ο [779]
κωλοτούμπας, ο [755] κωλοφτιάξιμο/κωλόφτιαγμα, το... [759]
κωλοχαράδρα, η [1003] κωλόψαρο, το [874]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 18.97.14.90