δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1153] | δεινοσαυρίλα, η [1146] |
δεν παίζει μία [1150] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1179] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1187] | δεν τρέχει τσάι [1179] |
δεν ’ν’ κακό [1142] | δημόμπατσος, ο [1174] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1172] | διαστημόβλαχος, ο [1154] |
δίκας, ο [1154] | διπλοπρόφιλο, το [1146] |