ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 85 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [594] τα κάνω πουτάνα [323]
τα κάνω τούμπανο [265] τα κάνω τσουρέκια [267]
τα σκεύη μου [260] ταλιροφονιάς, ο [277]
ταμελέ [302] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [353]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [263] ταπαίρνογλου, ο [280]
ταπηροκρανίαση, η [294] τελικιάζω [304]
τελίκιασμα, το [279] τζαμάουα [447]
τζαμάρω [284] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [316]
τζίζας [380] τηγκανά [291]
την άκουσα (στέρεο) [305] την έχω πιστέψει (κάτι)... [285]
την πούλεψα [303] τι να κλάσει; [270]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [295] τι στον πέο/πούτσο; [287]
τιλτάρω [410] το ψήνω / ψήνομαι (να) [285]
τον ήπια [290] τον/την/το ακουμπάω [273]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [271] του μουνιού το πανηγύρι... [309]
τουμπανέιρο [265] τουμπανιάρης, -α, -ικο [316]
τούμπανο [335] τουμπεκιάζω [311]
τουμπεκιστάν [318] τρανσιά, η [254]
τραπεζάτο, το [285] τρασίλα, η [215]
τρελά γκάζια [264] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [265]
τρέλειος, -α, -ο [266] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [234]
τρεντάκιας, ο [278] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [270]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [290] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [265]
τρολάρω/τρολιάζω [366] τρομπαδούρος, ο [299]
τροχόμπατσος, ο [272] τρώω άκυρο [269]
τρώω γείωση [264] τρώω μπαν/ban [267]
τρώω ντιλίτ/delete [262] τρώω σαβούρα [270]
τρώω φρίκη [268] τρώω χι [281]
τσάγια [216] τσάπι(ν)γκ, το [275]
τσαπού, η [260] τσιλάρω [382]
τσίου [236] τσουλέ [295]
τυροβρομίκουλας, ο [278]


 

 
Copyright © 2014-2024
 

 

Σύνδεση με IP: 100.28.132.102