βαβουροπατάτας, ο [1082] | βαράω ενέσεις [1083] |
βαράω κόφτες [1083] | βαράω μια/καμιά παχιά [1082] |
βαράω τιλτ/tilt [1083] | βαράω τσίτες [1083] |
βλακαμάς, ο [1082] | βλακόβλακας, ο [1082] |
βρόντακας, ο [1082] | βυζοθήκη, η [1082] |
βυζόμπαλο, το [1085] | βυζοχαράδρα, η [1082] |