βαβουροπατάτας, ο [1124] | βαράω ενέσεις [1124] |
βαράω κόφτες [1143] | βαράω μια/καμιά παχιά [1136] |
βαράω τιλτ/tilt [1147] | βαράω τσίτες [1139] |
βλακαμάς, ο [1129] | βλακόβλακας, ο [1129] |
βρόντακας, ο [1130] | βυζοθήκη, η [1126] |
βυζόμπαλο, το [1139] | βυζοχαράδρα, η [1118] |