ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

λήμμα:  μου φεύγει το κλαπέτο
μέρος του λόγου:  Φράση
κλιτό/άκλιτο:  Κλιτό
ετυμολογία:  Κλαπέτο (γαλλ. clapet = βαλβίδα): μηχανικό σύστημα στο φρενάρισμα των βαρέων οχημάτων. Σε μέρη της Ηπείρου το "κλαπέτο" χρησιμοποιείται μεταφορικά για τη λέξη "μυαλό".
σημασία:  

Χάνω το μυαλό μου, τρελαίνομαι.

θεματική κατηγορία:  -
συνώνυμα:  

-

 

αντίθετα:  -
παραδείγματα χρήσης:  

Για του λόγου το αληθές ψάξτε αύριο να βρείτε τα γκολ της αναμέτρησης και θα σας φύγει το κλαπέτο! Ειδικά τα δύο γκόολ της Σέρο Πορτένιο στο Β' ημίχρονο είναι να γλείφεις τα δάχτυλά σου!

 

προέλευση:  

tigermoney.blogspot.gr

 

γλωσσολογικός χαρακτηρισμός:  -
γράφτηκε στη βάση:  13-05-2014 20:52:38 PM
συγγραφέας:  ΜΠΑΪΛΗ ΗΛΙΑΝΑ

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ μ - Μ

 

 

 

Σχόλια από αναγνώστες

 

 
 
Μπορείτε να γράψετε εδώ το σχόλιό σας (με έκταση έως 300 χαρακτήρες)
Όνομα         e-mail (δεν θα φαίνεται) ##

 
Copyright © 2014-2024
 

 

Σύνδεση με IP: 3.238.121.7