ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

λήμμα:  απολελέ (ή λελέ) και τρελελέ
μέρος του λόγου:  Φράση
κλιτό/άκλιτο:  Άκλιτο
ετυμολογία:  Από τη φράση απολ[ύομαι] και τρελ[αίνομαι]  -> απολ-ελ-έ και τρελ-ελ-έ.
σημασία:  

"Απολύομαι και τρελαίνομαι": Έκφραση χαράς από στρατιώτη που κοντεύει να απολυθεί.

θεματική κατηγορία:  -
συνώνυμα:  -
αντίθετα:  -
παραδείγματα χρήσης:  Το θυμάμαι σαν τώρα. Είχα φτιάξει τη βαλίτσα μου, είχα σκίσει τα στρατιωτικά μου ρούχα και περπατούσα αμέριμνος προς την πύλη φωνάζοντας στους μόνιμους ‘μια ζωή και σήμερα’, ‘ήρθαν τα λελεδόνια’ και ‘απολελέ και τρελελέ’.
προέλευση:  tokoulouri.com
γλωσσολογικός χαρακτηρισμός:  Αποκοπή και διπλασιασμός.
γράφτηκε στη βάση:  04-08-2014 22:59:54 PM
συγγραφέας:  Σαλούστρου Βασιλική

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ α - Α

 

 

 

Σχόλια από αναγνώστες

 

 
 
Μπορείτε να γράψετε εδώ το σχόλιό σας (με έκταση έως 300 χαρακτήρες)
Όνομα         e-mail (δεν θα φαίνεται) ##

 
Copyright © 2014-2024
 

 

Σύνδεση με IP: 100.28.132.102