δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1131] | δεινοσαυρίλα, η [1127] |
δεν παίζει μία [1130] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1145] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1153] | δεν τρέχει τσάι [1153] |
δεν ’ν’ κακό [1124] | δημόμπατσος, ο [1145] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1147] | διαστημόβλαχος, ο [1134] |
δίκας, ο [1135] | διπλοπρόφιλο, το [1128] |