δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1301] | δεινοσαυρίλα, η [1297] |
δεν παίζει μία [1295] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1318] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1314] | δεν τρέχει τσάι [1305] |
δεν ’ν’ κακό [1298] | δημόμπατσος, ο [1304] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1302] | διαστημόβλαχος, ο [1295] |
δίκας, ο [1294] | διπλοπρόφιλο, το [1296] |