ON-LINE DICTIONARY OF THE LANGUAGE OF YOUNG

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

In the database are stored 685 lemmas (554 valid) and 91 registered users
 
In total 92 lemmas found starting from: κ  -  Κ [in the brackets the number of views]

 

καβουροτσέπης, ο [1317] κάγκουρας, ο / καγκούρι, το... [1303]
καγκουρεμένος, -η, -ο [1300] καγκουρεύω [1296]
καγκουρίστικος, -η, -ο [1298] καθυστέρα, η [1306]
καθυστέρας, ο [1298] και καλούα [1301]
και μπορέλι [1296] και του χρόνου με ηχεία... [1302]
καίγομαι (με κάτι) [1309] καΐδι, το [1302]
καΐλας, ο [1306] καίω κάρβουνο [1299]
καληνύστα [1300] καληνυχτάκιας, ο [1307]
καλτ φάση [1302] καμένος, -η, -ο [1295]
καμπανέλια, τα [1297] κάνει νύστα [1307]
κανιβαλισμένος, -η, -ο [1300] κάνω αντ/add [1319]
κάνω αξέπτ/accept [1302] κάνω γιογιό (κάποιον) [1295]
κάνω κοκοκό [1303] κάνω λάικ/like [1303]
κάνω ντιλίτ/delete [1310] κάνω πατ πατ [1302]
κάνω ριπόρτ/report [1303] καραλόλ/καραlol/καραLOL [1302]
καρεκλάς, ο [1302] καριολόπουστας, ο, καριολοπουτάνα, η... [1296]
κασέρι, το [1301] κατεβάζω παροχή [1298]
κατεστραμμένος, -η, -ο [1300] κατούρα και λίγο [1316]
κατσαβιδάκιας, ο [1308] καυλάκι, το [1400]
καυλαντίζω [1370] καυλερός, -ή, -ό [1302]
καυλόγκαζος, ο [1307] καυλοτίμονος, ο [1306]
καυλώστρα, η [1308] καυλωτίκ [1301]
καφρομεταλάς, ο [1299] καψιμί, το [1303]
κινεζιά, η [1299] κινητούμπα, η [1302]
κιουρία, η [1300] κίτρινη φυλή/φάρα, η [1301]
κλαμπάνια, τα [1322] κλαμπάτος, -η, -ο [1298]
κλανίλα, η [1302] κλάνω μέντες [1300]
κλαρινογαμπρός, ο [1332] κλαρινογκόμενα/κλαρινονύφη, η... [1300]
κλασικά εικονογραφημένα... [1302] κλαψ, λυγμ, σνιφ [1319]
κλαψομούνης, ο / κλαψομούνι, το... [1301] κλαψομουνιάζω [1301]
κλοπιράιτ, το [1301] κόβω τούφες [1337]
κογκράτς [1298] κοκάκιας, ο [1301]
κοκόβια, τα [1300] κολλάει το σύμπαν [1301]
κομοδινί [1307] κομπλεδούρα/κομπλεντάν... [1308]
κομπλέξας, ο, κομπλέξω, η... [1296] κονέδια, τα [1303]
κοντοπούτανο, το / κοντοπούτανος, ο... [1332] κοντράδικος, -η, -ο [1296]
κοντράκιας, ο [1296] κοπριτιλίκι, το [1300]
κορμάδι, το [1307] κουβανός/Κουβανός, ο [1303]
κουκουρούκου (μανταλάκια)... [1303] κουλάτος, -η, -ο [1297]
κουοτάρω [1315] κόψε την πρωινή [1298]
κοψοφλεβιά [1300] κράνος, το [1297]
κρεβατάμπλ [1301] κρεμα(ν)τζόλια, τα [1296]
κυριλογκόμενα, η [1301] κωλολέει [1301]
κωλοσχισμή, η [1302] κωλοτέλειος, -α, -ο [1303]
κωλοτούμπας, ο [1296] κωλοφτιάξιμο/κωλόφτιαγμα, το... [1297]
κωλοχαράδρα, η [1317] κωλόψαρο, το [1300]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Connection with IP: 18.97.14.88