δε με χαλούλου (καθολούλου)... [1154] | δεινοσαυρίλα, η [1147] |
δεν παίζει μία [1151] | δεν την παλεύω κάστανο/μία... [1180] |
δεν την παλούλου (καθολούλου)... [1188] | δεν τρέχει τσάι [1180] |
δεν ’ν’ κακό [1143] | δημόμπατσος, ο [1176] |
διακοπεύω/διακοπεύομαι... [1173] | διαστημόβλαχος, ο [1155] |
δίκας, ο [1155] | διπλοπρόφιλο, το [1147] |