ON-LINE DICTIONARY OF THE LANGUAGE OF YOUNG

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

In the database are stored 685 lemmas (554 valid) and 91 registered users
 
In total 92 lemmas found strarting from: κ  -  Κ [in the brackets the number of views]

 

καβουροτσέπης, ο [1226] κάγκουρας, ο / καγκούρι, το... [1163]
καγκουρεμένος, -η, -ο [1165] καγκουρεύω [1171]
καγκουρίστικος, -η, -ο [1165] καθυστέρα, η [1170]
καθυστέρας, ο [1174] και καλούα [1163]
και μπορέλι [1169] και του χρόνου με ηχεία... [1169]
καίγομαι (με κάτι) [1196] καΐδι, το [1162]
καΐλας, ο [1167] καίω κάρβουνο [1163]
καληνύστα [1172] καληνυχτάκιας, ο [1181]
καλτ φάση [1156] καμένος, -η, -ο [1178]
καμπανέλια, τα [1164] κάνει νύστα [1163]
κανιβαλισμένος, -η, -ο [1162] κάνω αντ/add [1206]
κάνω αξέπτ/accept [1166] κάνω γιογιό (κάποιον) [1166]
κάνω κοκοκό [1165] κάνω λάικ/like [1162]
κάνω ντιλίτ/delete [1190] κάνω πατ πατ [1162]
κάνω ριπόρτ/report [1166] καραλόλ/καραlol/καραLOL [1164]
καρεκλάς, ο [1162] καριολόπουστας, ο, καριολοπουτάνα, η... [1170]
κασέρι, το [1163] κατεβάζω παροχή [1172]
κατεστραμμένος, -η, -ο [1170] κατούρα και λίγο [1223]
κατσαβιδάκιας, ο [1192] καυλάκι, το [1345]
καυλαντίζω [1209] καυλερός, -ή, -ό [1162]
καυλόγκαζος, ο [1164] καυλοτίμονος, ο [1162]
καυλώστρα, η [1189] καυλωτίκ [1168]
καφρομεταλάς, ο [1165] καψιμί, το [1164]
κινεζιά, η [1165] κινητούμπα, η [1170]
κιουρία, η [1179] κίτρινη φυλή/φάρα, η [1167]
κλαμπάνια, τα [1172] κλαμπάτος, -η, -ο [1172]
κλανίλα, η [1165] κλάνω μέντες [1166]
κλαρινογαμπρός, ο [1331] κλαρινογκόμενα/κλαρινονύφη, η... [1170]
κλασικά εικονογραφημένα... [1162] κλαψ, λυγμ, σνιφ [1198]
κλαψομούνης, ο / κλαψομούνι, το... [1182] κλαψομουνιάζω [1161]
κλοπιράιτ, το [1167] κόβω τούφες [1242]
κογκράτς [1167] κοκάκιας, ο [1166]
κοκόβια, τα [1163] κολλάει το σύμπαν [1163]
κομοδινί [1186] κομπλεδούρα/κομπλεντάν... [1163]
κομπλέξας, ο, κομπλέξω, η... [1164] κονέδια, τα [1185]
κοντοπούτανο, το / κοντοπούτανος, ο... [1198] κοντράδικος, -η, -ο [1162]
κοντράκιας, ο [1164] κοπριτιλίκι, το [1170]
κορμάδι, το [1164] κουβανός/Κουβανός, ο [1189]
κουκουρούκου (μανταλάκια)... [1178] κουλάτος, -η, -ο [1170]
κουοτάρω [1197] κόψε την πρωινή [1168]
κοψοφλεβιά [1167] κράνος, το [1165]
κρεβατάμπλ [1161] κρεμα(ν)τζόλια, τα [1158]
κυριλογκόμενα, η [1168] κωλολέει [1169]
κωλοσχισμή, η [1167] κωλοτέλειος, -α, -ο [1162]
κωλοτούμπας, ο [1182] κωλοφτιάξιμο/κωλόφτιαγμα, το... [1171]
κωλοχαράδρα, η [1202] κωλόψαρο, το [1177]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Connection with IP: 216.73.216.156