βαβουροπατάτας, ο [1135] | βαράω ενέσεις [1136] |
βαράω κόφτες [1154] | βαράω μια/καμιά παχιά [1147] |
βαράω τιλτ/tilt [1163] | βαράω τσίτες [1160] |
βλακαμάς, ο [1144] | βλακόβλακας, ο [1145] |
βρόντακας, ο [1143] | βυζοθήκη, η [1141] |
βυζόμπαλο, το [1153] | βυζοχαράδρα, η [1131] |