ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1074] τα κάνω πουτάνα [740]
τα κάνω τούμπανο [709] τα κάνω τσουρέκια [695]
τα σκεύη μου [685] ταλιροφονιάς, ο [696]
ταμελέ [731] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [813]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [700] ταπαίρνογλου, ο [697]
ταπηροκρανίαση, η [718] τελικιάζω [730]
τελίκιασμα, το [705] τζαμάουα [1134]
τζαμάρω [728] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [764]
τζίζας [874] τηγκανά [718]
την άκουσα (στέρεο) [748] την έχω πιστέψει (κάτι)... [708]
την πούλεψα [741] τι να κλάσει; [734]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [787] τι στον πέο/πούτσο; [717]
τιλτάρω [824] το ψήνω / ψήνομαι (να) [718]
τον ήπια [953] τον/την/το ακουμπάω [694]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [681] του μουνιού το πανηγύρι... [794]
τουμπανέιρο [731] τουμπανιάρης, -α, -ικο [738]
τούμπανο [879] τουμπεκιάζω [770]
τουμπεκιστάν [733] τρανσιά, η [662]
τραπεζάτο, το [699] τρασίλα, η [665]
τρελά γκάζια [841] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [693]
τρέλειος, -α, -ο [685] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [617]
τρεντάκιας, ο [701] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [697]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [721] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [686]
τρολάρω/τρολιάζω [835] τρομπαδούρος, ο [851]
τροχόμπατσος, ο [683] τρώω άκυρο [691]
τρώω γείωση [718] τρώω μπαν/ban [724]
τρώω ντιλίτ/delete [708] τρώω σαβούρα [820]
τρώω φρίκη [685] τρώω χι [727]
τσάγια [634] τσάπι(ν)γκ, το [722]
τσαπού, η [839] τσιλάρω [812]
τσίου [651] τσουλέ [767]
τυροβρομίκουλας, ο [820]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.87