ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 91 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1288] τα κάνω πουτάνα [1293]
τα κάνω τούμπανο [1287] τα κάνω τσουρέκια [1283]
τα σκεύη μου [1283] ταλιροφονιάς, ο [1288]
ταμελέ [1283] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1286]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1285] ταπαίρνογλου, ο [1284]
ταπηροκρανίαση, η [1286] τελικιάζω [1288]
τελίκιασμα, το [1289] τζαμάουα [1287]
τζαμάρω [1286] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1287]
τζίζας [1299] τηγκανά [1284]
την άκουσα (στέρεο) [1287] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1287]
την πούλεψα [1282] τι να κλάσει; [1285]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1294] τι στον πέο/πούτσο; [1284]
τιλτάρω [1295] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1284]
τον ήπια [1313] τον/την/το ακουμπάω [1286]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1288] του μουνιού το πανηγύρι... [1289]
τουμπανέιρο [1286] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1287]
τούμπανο [1285] τουμπεκιάζω [1287]
τουμπεκιστάν [1284] τρανσιά, η [1286]
τραπεζάτο, το [1286] τρασίλα, η [1280]
τρελά γκάζια [1291] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1289]
τρέλειος, -α, -ο [1283] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1287]
τρεντάκιας, ο [1281] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1285]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1282] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1286]
τρολάρω/τρολιάζω [1293] τρομπαδούρος, ο [1297]
τροχόμπατσος, ο [1285] τρώω άκυρο [1287]
τρώω γείωση [1286] τρώω μπαν/ban [1288]
τρώω ντιλίτ/delete [1294] τρώω σαβούρα [1288]
τρώω φρίκη [1282] τρώω χι [1286]
τσάγια [1287] τσάπι(ν)γκ, το [1284]
τσαπού, η [1298] τσιλάρω [1285]
τσίου [1286] τσουλέ [1287]
τυροβρομίκουλας, ο [1286]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.217.85