ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1104] τα κάνω πουτάνα [762]
τα κάνω τούμπανο [731] τα κάνω τσουρέκια [714]
τα σκεύη μου [705] ταλιροφονιάς, ο [716]
ταμελέ [752] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [845]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [725] ταπαίρνογλου, ο [719]
ταπηροκρανίαση, η [737] τελικιάζω [748]
τελίκιασμα, το [723] τζαμάουα [1163]
τζαμάρω [748] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [782]
τζίζας [900] τηγκανά [739]
την άκουσα (στέρεο) [769] την έχω πιστέψει (κάτι)... [728]
την πούλεψα [764] τι να κλάσει; [754]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [814] τι στον πέο/πούτσο; [736]
τιλτάρω [846] το ψήνω / ψήνομαι (να) [742]
τον ήπια [993] τον/την/το ακουμπάω [712]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [699] του μουνιού το πανηγύρι... [813]
τουμπανέιρο [750] τουμπανιάρης, -α, -ικο [757]
τούμπανο [902] τουμπεκιάζω [789]
τουμπεκιστάν [753] τρανσιά, η [684]
τραπεζάτο, το [724] τρασίλα, η [684]
τρελά γκάζια [870] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [715]
τρέλειος, -α, -ο [703] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [636]
τρεντάκιας, ο [723] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [716]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [740] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [707]
τρολάρω/τρολιάζω [860] τρομπαδούρος, ο [873]
τροχόμπατσος, ο [703] τρώω άκυρο [712]
τρώω γείωση [739] τρώω μπαν/ban [745]
τρώω ντιλίτ/delete [731] τρώω σαβούρα [837]
τρώω φρίκη [710] τρώω χι [747]
τσάγια [662] τσάπι(ν)γκ, το [753]
τσαπού, η [869] τσιλάρω [831]
τσίου [670] τσουλέ [792]
τυροβρομίκουλας, ο [850]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.148