ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 91 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1351] τα κάνω πουτάνα [1350]
τα κάνω τούμπανο [1347] τα κάνω τσουρέκια [1348]
τα σκεύη μου [1336] ταλιροφονιάς, ο [1349]
ταμελέ [1343] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1347]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1342] ταπαίρνογλου, ο [1347]
ταπηροκρανίαση, η [1349] τελικιάζω [1351]
τελίκιασμα, το [1348] τζαμάουα [1350]
τζαμάρω [1357] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1349]
τζίζας [1376] τηγκανά [1339]
την άκουσα (στέρεο) [1349] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1348]
την πούλεψα [1345] τι να κλάσει; [1354]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1356] τι στον πέο/πούτσο; [1343]
τιλτάρω [1366] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1344]
τον ήπια [1549] τον/την/το ακουμπάω [1344]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1345] του μουνιού το πανηγύρι... [1349]
τουμπανέιρο [1348] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1352]
τούμπανο [1363] τουμπεκιάζω [1346]
τουμπεκιστάν [1342] τρανσιά, η [1348]
τραπεζάτο, το [1345] τρασίλα, η [1341]
τρελά γκάζια [1366] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1351]
τρέλειος, -α, -ο [1344] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1344]
τρεντάκιας, ο [1347] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1345]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1346] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1346]
τρολάρω/τρολιάζω [1351] τρομπαδούρος, ο [1376]
τροχόμπατσος, ο [1345] τρώω άκυρο [1343]
τρώω γείωση [1346] τρώω μπαν/ban [1352]
τρώω ντιλίτ/delete [1363] τρώω σαβούρα [1351]
τρώω φρίκη [1340] τρώω χι [1345]
τσάγια [1348] τσάπι(ν)γκ, το [1346]
τσαπού, η [1384] τσιλάρω [1344]
τσίου [1348] τσουλέ [1355]
τυροβρομίκουλας, ο [1344]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.165