ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 91 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1255] τα κάνω πουτάνα [1256]
τα κάνω τούμπανο [1257] τα κάνω τσουρέκια [1256]
τα σκεύη μου [1255] ταλιροφονιάς, ο [1256]
ταμελέ [1257] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1255]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1255] ταπαίρνογλου, ο [1257]
ταπηροκρανίαση, η [1257] τελικιάζω [1257]
τελίκιασμα, το [1256] τζαμάουα [1257]
τζαμάρω [1256] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1256]
τζίζας [1258] τηγκανά [1256]
την άκουσα (στέρεο) [1255] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1255]
την πούλεψα [1257] τι να κλάσει; [1257]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1260] τι στον πέο/πούτσο; [1256]
τιλτάρω [1256] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1255]
τον ήπια [1257] τον/την/το ακουμπάω [1256]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1256] του μουνιού το πανηγύρι... [1256]
τουμπανέιρο [1256] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1257]
τούμπανο [1255] τουμπεκιάζω [1256]
τουμπεκιστάν [1257] τρανσιά, η [1258]
τραπεζάτο, το [1256] τρασίλα, η [1256]
τρελά γκάζια [1256] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1254]
τρέλειος, -α, -ο [1255] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1257]
τρεντάκιας, ο [1255] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1256]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1256] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1258]
τρολάρω/τρολιάζω [1258] τρομπαδούρος, ο [1259]
τροχόμπατσος, ο [1256] τρώω άκυρο [1257]
τρώω γείωση [1257] τρώω μπαν/ban [1257]
τρώω ντιλίτ/delete [1256] τρώω σαβούρα [1255]
τρώω φρίκη [1256] τρώω χι [1258]
τσάγια [1261] τσάπι(ν)γκ, το [1257]
τσαπού, η [1264] τσιλάρω [1257]
τσίου [1257] τσουλέ [1257]
τυροβρομίκουλας, ο [1255]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.131