ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 91 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1306] τα κάνω πουτάνα [1304]
τα κάνω τούμπανο [1302] τα κάνω τσουρέκια [1298]
τα σκεύη μου [1293] ταλιροφονιάς, ο [1298]
ταμελέ [1297] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1300]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1297] ταπαίρνογλου, ο [1295]
ταπηροκρανίαση, η [1300] τελικιάζω [1302]
τελίκιασμα, το [1302] τζαμάουα [1301]
τζαμάρω [1303] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1300]
τζίζας [1315] τηγκανά [1296]
την άκουσα (στέρεο) [1300] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1300]
την πούλεψα [1298] τι να κλάσει; [1304]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1308] τι στον πέο/πούτσο; [1295]
τιλτάρω [1311] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1302]
τον ήπια [1335] τον/την/το ακουμπάω [1296]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1300] του μουνιού το πανηγύρι... [1304]
τουμπανέιρο [1302] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1303]
τούμπανο [1299] τουμπεκιάζω [1304]
τουμπεκιστάν [1300] τρανσιά, η [1300]
τραπεζάτο, το [1301] τρασίλα, η [1296]
τρελά γκάζια [1309] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1304]
τρέλειος, -α, -ο [1302] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1301]
τρεντάκιας, ο [1297] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1300]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1300] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1301]
τρολάρω/τρολιάζω [1307] τρομπαδούρος, ο [1316]
τροχόμπατσος, ο [1302] τρώω άκυρο [1301]
τρώω γείωση [1303] τρώω μπαν/ban [1303]
τρώω ντιλίτ/delete [1314] τρώω σαβούρα [1300]
τρώω φρίκη [1297] τρώω χι [1300]
τσάγια [1303] τσάπι(ν)γκ, το [1303]
τσαπού, η [1326] τσιλάρω [1301]
τσίου [1302] τσουλέ [1303]
τυροβρομίκουλας, ο [1302]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.217.46