ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1137] τα κάνω πουτάνα [1150]
τα κάνω τούμπανο [1145] τα κάνω τσουρέκια [1136]
τα σκεύη μου [1135] ταλιροφονιάς, ο [1135]
ταμελέ [1134] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1141]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1140] ταπαίρνογλου, ο [1131]
ταπηροκρανίαση, η [1142] τελικιάζω [1140]
τελίκιασμα, το [1143] τζαμάουα [1163]
τζαμάρω [1135] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1140]
τζίζας [1152] τηγκανά [1142]
την άκουσα (στέρεο) [1137] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1135]
την πούλεψα [1136] τι να κλάσει; [1145]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1147] τι στον πέο/πούτσο; [1139]
τιλτάρω [1138] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1141]
τον ήπια [1208] τον/την/το ακουμπάω [1136]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1141] του μουνιού το πανηγύρι... [1142]
τουμπανέιρο [1140] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1139]
τούμπανο [1162] τουμπεκιάζω [1140]
τουμπεκιστάν [1141] τρανσιά, η [1140]
τραπεζάτο, το [1140] τρασίλα, η [1144]
τρελά γκάζια [1155] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1134]
τρέλειος, -α, -ο [1135] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1142]
τρεντάκιας, ο [1141] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1135]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1142] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1143]
τρολάρω/τρολιάζω [1141] τρομπαδούρος, ο [1151]
τροχόμπατσος, ο [1139] τρώω άκυρο [1139]
τρώω γείωση [1133] τρώω μπαν/ban [1141]
τρώω ντιλίτ/delete [1141] τρώω σαβούρα [1142]
τρώω φρίκη [1142] τρώω χι [1143]
τσάγια [1135] τσάπι(ν)γκ, το [1136]
τσαπού, η [1163] τσιλάρω [1138]
τσίου [1135] τσουλέ [1143]
τυροβρομίκουλας, ο [1135]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.203