ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1113] τα κάνω πουτάνα [1117]
τα κάνω τούμπανο [1119] τα κάνω τσουρέκια [1113]
τα σκεύη μου [1112] ταλιροφονιάς, ο [1114]
ταμελέ [1109] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1117]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1113] ταπαίρνογλου, ο [1111]
ταπηροκρανίαση, η [1113] τελικιάζω [1118]
τελίκιασμα, το [1113] τζαμάουα [1128]
τζαμάρω [1114] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1116]
τζίζας [1121] τηγκανά [1114]
την άκουσα (στέρεο) [1114] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1112]
την πούλεψα [1114] τι να κλάσει; [1116]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1114] τι στον πέο/πούτσο; [1113]
τιλτάρω [1111] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1117]
τον ήπια [1159] τον/την/το ακουμπάω [1112]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1112] του μουνιού το πανηγύρι... [1112]
τουμπανέιρο [1114] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1111]
τούμπανο [1130] τουμπεκιάζω [1112]
τουμπεκιστάν [1116] τρανσιά, η [1116]
τραπεζάτο, το [1114] τρασίλα, η [1113]
τρελά γκάζια [1122] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1109]
τρέλειος, -α, -ο [1113] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1117]
τρεντάκιας, ο [1114] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1112]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1115] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1118]
τρολάρω/τρολιάζω [1115] τρομπαδούρος, ο [1125]
τροχόμπατσος, ο [1111] τρώω άκυρο [1114]
τρώω γείωση [1112] τρώω μπαν/ban [1116]
τρώω ντιλίτ/delete [1116] τρώω σαβούρα [1122]
τρώω φρίκη [1117] τρώω χι [1120]
τσάγια [1115] τσάπι(ν)γκ, το [1116]
τσαπού, η [1135] τσιλάρω [1116]
τσίου [1112] τσουλέ [1118]
τυροβρομίκουλας, ο [1113]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.36