ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 91 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1164] τα κάνω πουτάνα [1175]
τα κάνω τούμπανο [1168] τα κάνω τσουρέκια [1166]
τα σκεύη μου [1161] ταλιροφονιάς, ο [1163]
ταμελέ [1159] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1172]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1165] ταπαίρνογλου, ο [1157]
ταπηροκρανίαση, η [1167] τελικιάζω [1167]
τελίκιασμα, το [1169] τζαμάουα [1195]
τζαμάρω [1163] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1167]
τζίζας [1188] τηγκανά [1167]
την άκουσα (στέρεο) [1164] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1161]
την πούλεψα [1161] τι να κλάσει; [1178]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1174] τι στον πέο/πούτσο; [1165]
τιλτάρω [1167] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1166]
τον ήπια [1290] τον/την/το ακουμπάω [1162]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1167] του μουνιού το πανηγύρι... [1169]
τουμπανέιρο [1168] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1162]
τούμπανο [1194] τουμπεκιάζω [1167]
τουμπεκιστάν [1167] τρανσιά, η [1162]
τραπεζάτο, το [1168] τρασίλα, η [1170]
τρελά γκάζια [1190] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1160]
τρέλειος, -α, -ο [1159] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1174]
τρεντάκιας, ο [1167] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1162]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1169] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1167]
τρολάρω/τρολιάζω [1168] τρομπαδούρος, ο [1186]
τροχόμπατσος, ο [1163] τρώω άκυρο [1166]
τρώω γείωση [1161] τρώω μπαν/ban [1167]
τρώω ντιλίτ/delete [1167] τρώω σαβούρα [1174]
τρώω φρίκη [1166] τρώω χι [1171]
τσάγια [1158] τσάπι(ν)γκ, το [1162]
τσαπού, η [1201] τσιλάρω [1160]
τσίου [1159] τσουλέ [1173]
τυροβρομίκουλας, ο [1161]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.171