ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1154] τα κάνω πουτάνα [1167]
τα κάνω τούμπανο [1158] τα κάνω τσουρέκια [1155]
τα σκεύη μου [1151] ταλιροφονιάς, ο [1153]
ταμελέ [1149] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1159]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1157] ταπαίρνογλου, ο [1148]
ταπηροκρανίαση, η [1158] τελικιάζω [1156]
τελίκιασμα, το [1160] τζαμάουα [1183]
τζαμάρω [1153] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1157]
τζίζας [1176] τηγκανά [1158]
την άκουσα (στέρεο) [1154] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1153]
την πούλεψα [1153] τι να κλάσει; [1166]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1164] τι στον πέο/πούτσο; [1156]
τιλτάρω [1158] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1156]
τον ήπια [1252] τον/την/το ακουμπάω [1154]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1158] του μουνιού το πανηγύρι... [1159]
τουμπανέιρο [1158] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1152]
τούμπανο [1179] τουμπεκιάζω [1158]
τουμπεκιστάν [1157] τρανσιά, η [1153]
τραπεζάτο, το [1157] τρασίλα, η [1159]
τρελά γκάζια [1175] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1150]
τρέλειος, -α, -ο [1151] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1163]
τρεντάκιας, ο [1158] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1151]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1159] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1158]
τρολάρω/τρολιάζω [1158] τρομπαδούρος, ο [1173]
τροχόμπατσος, ο [1157] τρώω άκυρο [1156]
τρώω γείωση [1151] τρώω μπαν/ban [1158]
τρώω ντιλίτ/delete [1158] τρώω σαβούρα [1160]
τρώω φρίκη [1155] τρώω χι [1158]
τσάγια [1149] τσάπι(ν)γκ, το [1153]
τσαπού, η [1184] τσιλάρω [1153]
τσίου [1150] τσουλέ [1161]
τυροβρομίκουλας, ο [1151]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.217.146