ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1179] τα κάνω πουτάνα [841]
τα κάνω τούμπανο [809] τα κάνω τσουρέκια [796]
τα σκεύη μου [778] ταλιροφονιάς, ο [793]
ταμελέ [830] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [946]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [799] ταπαίρνογλου, ο [806]
ταπηροκρανίαση, η [810] τελικιάζω [837]
τελίκιασμα, το [795] τζαμάουα [1270]
τζαμάρω [825] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [858]
τζίζας [1001] τηγκανά [814]
την άκουσα (στέρεο) [844] την έχω πιστέψει (κάτι)... [803]
την πούλεψα [843] τι να κλάσει; [841]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [904] τι στον πέο/πούτσο; [822]
τιλτάρω [917] το ψήνω / ψήνομαι (να) [816]
τον ήπια [1151] τον/την/το ακουμπάω [794]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [775] του μουνιού το πανηγύρι... [911]
τουμπανέιρο [820] τουμπανιάρης, -α, -ικο [840]
τούμπανο [1007] τουμπεκιάζω [873]
τουμπεκιστάν [828] τρανσιά, η [761]
τραπεζάτο, το [805] τρασίλα, η [766]
τρελά γκάζια [966] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [793]
τρέλειος, -α, -ο [776] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [710]
τρεντάκιας, ο [814] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [793]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [816] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [789]
τρολάρω/τρολιάζω [940] τρομπαδούρος, ο [976]
τροχόμπατσος, ο [782] τρώω άκυρο [784]
τρώω γείωση [821] τρώω μπαν/ban [839]
τρώω ντιλίτ/delete [818] τρώω σαβούρα [910]
τρώω φρίκη [786] τρώω χι [855]
τσάγια [747] τσάπι(ν)γκ, το [823]
τσαπού, η [973] τσιλάρω [909]
τσίου [745] τσουλέ [874]
τυροβρομίκουλας, ο [966]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.217.79