ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 91 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1273] τα κάνω πουτάνα [1275]
τα κάνω τούμπανο [1271] τα κάνω τσουρέκια [1269]
τα σκεύη μου [1266] ταλιροφονιάς, ο [1272]
ταμελέ [1269] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [1268]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [1268] ταπαίρνογλου, ο [1269]
ταπηροκρανίαση, η [1272] τελικιάζω [1272]
τελίκιασμα, το [1272] τζαμάουα [1270]
τζαμάρω [1272] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [1272]
τζίζας [1277] τηγκανά [1268]
την άκουσα (στέρεο) [1271] την έχω πιστέψει (κάτι)... [1272]
την πούλεψα [1268] τι να κλάσει; [1271]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [1274] τι στον πέο/πούτσο; [1267]
τιλτάρω [1278] το ψήνω / ψήνομαι (να) [1268]
τον ήπια [1290] τον/την/το ακουμπάω [1272]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [1272] του μουνιού το πανηγύρι... [1271]
τουμπανέιρο [1271] τουμπανιάρης, -α, -ικο [1272]
τούμπανο [1267] τουμπεκιάζω [1273]
τουμπεκιστάν [1269] τρανσιά, η [1269]
τραπεζάτο, το [1270] τρασίλα, η [1266]
τρελά γκάζια [1271] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [1271]
τρέλειος, -α, -ο [1268] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [1271]
τρεντάκιας, ο [1267] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [1269]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [1269] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [1273]
τρολάρω/τρολιάζω [1274] τρομπαδούρος, ο [1280]
τροχόμπατσος, ο [1271] τρώω άκυρο [1272]
τρώω γείωση [1271] τρώω μπαν/ban [1273]
τρώω ντιλίτ/delete [1275] τρώω σαβούρα [1269]
τρώω φρίκη [1269] τρώω χι [1272]
τσάγια [1271] τσάπι(ν)γκ, το [1269]
τσαπού, η [1278] τσιλάρω [1270]
τσίου [1270] τσουλέ [1269]
τυροβρομίκουλας, ο [1270]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.28