ONLINE ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

Στη βάση είναι αποθηκευμένα 685 λήμματα (554 έγκυρα) και 90 εγγεγραμμένοι χρήστες
 
Βρέθηκαν 63 εγγραφές - λήμματα από: τ  -  Τ [σε αγκύλες το πλήθος των θεάσεων κάθε λήμματος]

 

τα θερμά μου συλλαλητήρια... [1155] τα κάνω πουτάνα [817]
τα κάνω τούμπανο [781] τα κάνω τσουρέκια [769]
τα σκεύη μου [753] ταλιροφονιάς, ο [768]
ταμελέ [801] ταμπελιάζω/ταμπελώνω [919]
ταμπέλιασμα/ταμπέλωμα, το... [773] ταπαίρνογλου, ο [778]
ταπηροκρανίαση, η [788] τελικιάζω [809]
τελίκιασμα, το [771] τζαμάουα [1234]
τζαμάρω [798] τζι-τι-πι/GTP / γου-του-που/ΓΤΠ... [832]
τζίζας [970] τηγκανά [789]
την άκουσα (στέρεο) [820] την έχω πιστέψει (κάτι)... [780]
την πούλεψα [817] τι να κλάσει; [815]
τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνή... [876] τι στον πέο/πούτσο; [794]
τιλτάρω [893] το ψήνω / ψήνομαι (να) [794]
τον ήπια [1115] τον/την/το ακουμπάω [770]
του απιστεύτου (ή απιστεύτου)... [750] του μουνιού το πανηγύρι... [882]
τουμπανέιρο [798] τουμπανιάρης, -α, -ικο [815]
τούμπανο [981] τουμπεκιάζω [845]
τουμπεκιστάν [802] τρανσιά, η [733]
τραπεζάτο, το [779] τρασίλα, η [738]
τρελά γκάζια [936] τρελάκι, το / τρελάκιας, ο... [764]
τρέλειος, -α, -ο [752] τρελελέ βλ. απολελέ και τρελελέ... [684]
τρεντάκιας, ο [782] τρέντικος/τρεντουλιάρικος, -η, -ο... [768]
τρέντουλο, το / τρέντουλας, ο... [790] τριμάλαξ/τριμαλάκας, ο... [764]
τρολάρω/τρολιάζω [911] τρομπαδούρος, ο [946]
τροχόμπατσος, ο [755] τρώω άκυρο [760]
τρώω γείωση [794] τρώω μπαν/ban [810]
τρώω ντιλίτ/delete [786] τρώω σαβούρα [887]
τρώω φρίκη [760] τρώω χι [825]
τσάγια [720] τσάπι(ν)γκ, το [800]
τσαπού, η [942] τσιλάρω [881]
τσίου [720] τσουλέ [848]
τυροβρομίκουλας, ο [935]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Σύνδεση με IP: 216.73.216.15