ON-LINE DICTIONARY OF THE LANGUAGE OF YOUNG

|Α|Β|Γ|Δ|Ε|Ζ|Η|Θ|Ι|Κ|Λ|Μ|Ν|Ξ|Ο|Π|Ρ|Σ|Τ|Υ|Φ|Χ|Ψ|Ω|*|

|A|B|C|D|E|F|G|H|I|J|K|L|M|N|O|P|Q|R|S|T|U|V|W|X|Y|Z|

 

In the database are stored 685 lemmas (554 valid) and 90 registered users
 
In total 92 lemmas found strarting from: κ  -  Κ [in the brackets the number of views]

 

καβουροτσέπης, ο [2014] κάγκουρας, ο / καγκούρι, το... [1051]
καγκουρεμένος, -η, -ο [784] καγκουρεύω [793]
καγκουρίστικος, -η, -ο [783] καθυστέρα, η [829]
καθυστέρας, ο [834] και καλούα [769]
και μπορέλι [816] και του χρόνου με ηχεία... [767]
καίγομαι (με κάτι) [925] καΐδι, το [851]
καΐλας, ο [827] καίω κάρβουνο [827]
καληνύστα [805] καληνυχτάκιας, ο [947]
καλτ φάση [803] καμένος, -η, -ο [851]
καμπανέλια, τα [799] κάνει νύστα [738]
κανιβαλισμένος, -η, -ο [745] κάνω αντ/add [999]
κάνω αξέπτ/accept [789] κάνω γιογιό (κάποιον) [808]
κάνω κοκοκό [792] κάνω λάικ/like [766]
κάνω ντιλίτ/delete [1050] κάνω πατ πατ [787]
κάνω ριπόρτ/report [712] καραλόλ/καραlol/καραLOL [822]
καρεκλάς, ο [789] καριολόπουστας, ο, καριολοπουτάνα, η... [825]
κασέρι, το [822] κατεβάζω παροχή [768]
κατεστραμμένος, -η, -ο [775] κατούρα και λίγο [1037]
κατσαβιδάκιας, ο [926] καυλάκι, το [2063]
καυλαντίζω [6570] καυλερός, -ή, -ό [874]
καυλόγκαζος, ο [789] καυλοτίμονος, ο [782]
καυλώστρα, η [985] καυλωτίκ [892]
καφρομεταλάς, ο [771] καψιμί, το [821]
κινεζιά, η [773] κινητούμπα, η [768]
κιουρία, η [772] κίτρινη φυλή/φάρα, η [746]
κλαμπάνια, τα [874] κλαμπάτος, -η, -ο [793]
κλανίλα, η [827] κλάνω μέντες [763]
κλαρινογαμπρός, ο [977] κλαρινογκόμενα/κλαρινονύφη, η... [862]
κλασικά εικονογραφημένα... [764] κλαψ, λυγμ, σνιφ [940]
κλαψομούνης, ο / κλαψομούνι, το... [912] κλαψομουνιάζω [826]
κλοπιράιτ, το [771] κόβω τούφες [2887]
κογκράτς [800] κοκάκιας, ο [765]
κοκόβια, τα [789] κολλάει το σύμπαν [704]
κομοδινί [1033] κομπλεδούρα/κομπλεντάν... [793]
κομπλέξας, ο, κομπλέξω, η... [819] κονέδια, τα [733]
κοντοπούτανο, το / κοντοπούτανος, ο... [1982] κοντράδικος, -η, -ο [767]
κοντράκιας, ο [733] κοπριτιλίκι, το [742]
κορμάδι, το [742] κουβανός/Κουβανός, ο [898]
κουκουρούκου (μανταλάκια)... [877] κουλάτος, -η, -ο [789]
κουοτάρω [1216] κόψε την πρωινή [854]
κοψοφλεβιά [806] κράνος, το [734]
κρεβατάμπλ [762] κρεμα(ν)τζόλια, τα [780]
κυριλογκόμενα, η [767] κωλολέει [807]
κωλοσχισμή, η [723] κωλοτέλειος, -α, -ο [779]
κωλοτούμπας, ο [752] κωλοφτιάξιμο/κωλόφτιαγμα, το... [757]
κωλοχαράδρα, η [1001] κωλόψαρο, το [874]


 

 
Copyright © 2014-2026
 

 

Connection with IP: 216.73.216.99